Ο αρχαιολογικός χώρος

 Άποψη του Ιερου από τα δυτικά. Στο βάθος η Αίγινα. B. Wells.Άποψη του Ιερου από τα δυτικά. Στο βάθος η Αίγινα. B. Wells.

Ο σημερινός Πόρος αποτελείται από δύο νησιά: την Σφαιρία, που καταλαμβάνεται από την πόλη του Πόρου και την Καλαυρεία, που είναι μεγαλύτερο και αραιοκατοικημένο νησί. Ο αρχαιολογικός χώρος της Καλαυρείας βρίσκεται στο ομώνυμο νησί, έξι χιλιόμετρα από την πόλη του Πόρου και μπορεί να τον επισκεφτεί κανείς από έναν φιδογυριστό δρόμο είτε από την πόλη, είτε από το Ασκέλι. Ο χώρος βρίσκεται σ’ ένα οροπέδιο μεταξύ των λόφων του Προφήτη Ηλία και της Βίγλας και κατέχει μία επιβλητική θέση περίπου 200 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας. Προς το βορά υπάρχει οπτική επαφή με τη χερσόνησο των Μεθάνων και τα νησιά Αγκίστρι και Αίγινα και προς τα νότια μπορεί κανείς να διακρίνει την θάλασσα με φόντο την απόκρημνη Πελοποννησιακή ακτή. Πίσω από την Αίγινα ο Πειραιάς και η ακτή της Αττικής είναι ορατά τις καθαρές μέρες.

Οι έρευνές μας δείχνουν ότι το οροπέδιο του Ιερού είναι κατά ένα μέρος ανθρωπογενές, δημιούργημα πολλών γενεών αναλημμάτων που χτίζονταν για να επεκτείνουν την περιοχή του ιερού όποτε υπήρχε ανάγκη. Το πώς έμοιαζε η περιοχή αρχικά είναι ακόμη σχετικά άγνωστο. Μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια είναι ότι τα λείψανα της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου βρέθηκαν σε ορισμένα σημεία σε βάθος πάνω από ένα μέτρο, κάτω από επιχώσεις αναλημμάτων μεταγενέστερων περιόδων. Το τοπίο μέσα και γύρω από το ιερό προφανώς υπέστη εκτενείς αλλαγές από την Αρχαϊκή περίοδο και μετά. Σε νεώτερες εποχές η ανασκαφή του 1894 άφησε τα δικά της σημάδια στο τοπίο. Μερικοί σωροί χωμάτων αυτής της ανασκαφής, σήμερα έχοντας διαβρωθεί, σχηματίζουν μικρά εξογκώματα στο τοπίο ειδικά μέσα στο Κτήριο Α και νοτιότερα. Κάποια στιγμή μετά την ανασκαφή ου 1894 πάνω από μερικά κτίσματα στο δυτικό τμήμα του ιερού χτίστηκε μία αγροικία, προκαλώντας έτσι περεταίρω καταστροφές, ειδικά στο Κτήριο F, τα ερείπια το οποίου ουσιαστικά εξαλείφθηκαν στην πορεία. 

 Το Κτήριο Α από τα δυτικά. Πίσω του, κάτω από τα πεύκα, βρισκόταν ο ναός του Ποσειδώνα. B. Wells.Το Κτήριο Α από τα δυτικά. Πίσω του, κάτω από τα πεύκα, βρισκόταν ο ναός του Ποσειδώνα. B. Wells.

Ο δρόμος που διασχίζει τον αρχαιολογικό χώρο κατασκευάστηκε το 1971 κόβοντας το Κτήριο G από τα υπόλοιπα κτήρια που ανασκάφτηκαν το 1894. Το 1978 ο χώρος απαλλοτριώθηκε από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία και η περιοχή στα βόρεια του δρόμου περιφράχθηκε. Η περιφραγμένη περιοχή επεκτάθηκε το 2006 αλλά η πραγματική έκταση του ιερού είναι ακόμη άγνωστη. Ο αρχαιολογικός χώρος ωστόσο εκτείνεται πολύ πέρα από τον περιφραγμένο χώρο. Στα νότια του ιερού και νότια του σύγχρονου δρόμου βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης της Καλαυρείας. Τα επιφανειακά ευρήματα είναι πυκνά διασπαρμένα σ’ όλη την περιοχή και ακόμη και τμήματα τοίχων είναι ορατά. Νοτιοανατολικά από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου και σε κάποια απόσταση μπορεί να δει κανείς ένα τμήμα του τείχους της πόλης. Η γεωφυσική έρευνα του 2006 στην περιοχή έδειξε την ύπαρξη σπιτιών με ενσωματωμένες στέρνες ή πηγάδια. Στα βόρεια του ιερού το έδαφος πέφτει απότομα προς τον κόλπο της Βαγιονιάς, όπου ο Samuel Wide περιγράφει στην αναφορά του, του 1894, την ύπαρξη αρχαίων νηοστασίων. Η προστατευμένη δυτική πλευρά του κόλπου θα μπορούσε αναμφίβολα να λειτουργήσει ως το λιμάνι της αρχαίας Καλαυρείας αν και υπάρχουν κι άλλες πιθανές τοποθεσίες λιμανιού. Ο Wide αναφέρει επίσης τάφους τόσο δυτικά όσο και ανατολικά του ιερού αλλά αυτοί δεν μπορούν να εντοπιστούν σήμερα. 

Το βόρειο μέρος του νησιού με τον αρχαιολογικό χώρο στο κεντρο και τον κόλπο της Βαγιονιάς στα βόρεια. Ορθοφωτογραφίες καλύπτουν το Ψηφιακό Μοντέλο Εδάφους. E. Savini.Το βόρειο μέρος του νησιού με τον αρχαιολογικό χώρο στο κεντρο και τον κόλπο της Βαγιονιάς στα βόρεια. Ορθοφωτογραφίες καλύπτουν το Ψηφιακό Μοντέλο Εδάφους. E. Savini. 

Το μεγαλύτερο μέρος του νησιού καλύπτεται σήμερα με πυκνό πευκοδάσος. Θάμνοι φυτρώνουν στις απότομες πλαγιές ενώ σε προστατευμένες περιοχές μπορεί να δει κανείς ελαιώνες. Το αμπέλι καλλιεργείται ακόμη στην μικρή πεδιάδα της Φούσσας στα βορειοδυτικά του αρχαιολογικού χώρου. Ανάλυση των κάρβουνων που συλλέχθηκαν κατά την ανασκαφή μετά το 2003 μαρτυρούν το τι χρησιμοποιούνταν ως καυσόξυλα στο ιερό και αποκαλύπτουν ότι το πευκόδασος δεν υπήρχε στην αρχαιότητα. Σύμφωνα με την Μαρία Ντίνου το μεγαλύτερο μέρος των ανθράκων προέρχεται από ελιές, πράγμα που υποδηλώνει την ύπαρξη αξιόλογων ελαιώνων κοντά στο ιερό. Η ύπαρξη υπολειμμάτων από άλλα είδη που προτιμούν πολύ ηλιόλουστο περιβάλλον, όπως η χαρουπιά, υποδηλώνει την παρουσία ξέφωτων, πράγμα που αποτελεί μια έμμεση ένδειξη ότι ίσως κοπάδια ζώων έβοσκαν επίσης κοντά στο ιερό. Το πεύκο είναι βασικά απόν από τα δείγματα που συλλέχθηκαν. Μία αρχαιο-βοτανική μελέτη από την Ανάγια Σαρπάκη έδειξε την ύπαρξη της ελιάς, του σταφυλιού και διαφόρων βοτάνων με φαρμακευτικές ιδιότητες που αποτελούν ακόμη και σήμερα μέρος της χλωρίδας του νησιού. Το φυσικό έδαφος στο ιερό είναι ένας μαλακός, κιτρινωπός ασβεστόλιθος. Περιστασιακά εμφανίζεται ένας σκληρότερος γκριζωπός ασβεστόλιθος. Και τα δύο αυτά πετρώματα χρησιμοποιήθηκαν ως δομικά υλικά στο ιερό. Λατομεία πέτρας έχουν εντοπιστεί βόρεια του ιερού προς τον κόλπο της Βαγιονιάς και νότια, κατά μήκος του μονοπατιού που οδηγεί στο Ασκέλι.

AP


Fatal error: Allowed memory size of 16777216 bytes exhausted (tried to allocate 131072 bytes) in /home/userA/a0913200/public_html/kalaureia.org/includes/common.inc on line 1884