Αρχιτεκτονική

Ένας από τους στόχους του ερευνητικού προγράμματος είναι η εκ νέου μελέτη της αρχιτεκτονικής του ιερού και η δημιουργία ενός εικονικού μοντέλου του χώρου του ιερού. Με ένα ναό και με περισσότερα από μισή ντουζίνα μεγάλα κτήρια, το ιερό του Ποσειδώνα είναι ένα από τα μεγαλύτερα ιερά του Σαρωνικού κόλπου. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική του σπουδαιότητα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλα μεγάλα ιερά στην Ελλάδα. Η αποσπασματική κατάσταση των αρχιτεκτονικών μελών του ωστόσο, παρέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα επιστημονική και μεθοδολογική πρόκληση: πως μπορούμε να μελετήσουμε το αρχαίο δομημένο περιβάλλον, στην περίπτωση που τα περισσότερα δομικά υλικά του έχουν αποξηλωθεί συστηματικά κι έχουν χρησιμοποιηθεί μακριά από τον αρχικό τους χώρο; Ένας τρόπος για ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό το ερώτημα είναι να επιχειρήσει μία ενδελεχή συγκριτική μελέτη παρόμοιων κτηρίων και ιερών σε γειτονικές περιοχές. Νέες ανασκαφές μπορεί επίσης να φέρουν στο φως επιπλέον πληροφορίες για τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του ιερού. 

Το Κτήριο Α στα 1894. S. Kristensson.Το Κτήριο Α στα 1894. S. Kristensson. 

Μεθοδολογία
Παρά τη χρήση του ιερού ως λατομείο για δομικά υλικά, προηγούμενες μελέτες έχουν καταφέρει να καθορίσουν το μεγαλύτερο μέρος των κύριων χαρακτηριστικών και των διαστάσεων των κτηρίων. Αυτά τα δεδομένα, μαζί με τις μετρήσεις μεμονωμένων δομικών λίθων θα χρησιμοποιηθούν σε μια προσπάθεια να ορίσουμε τις σχέσεις μεταξύ των αρχιτεκτονικών σχεδίων και ίσως της «μονάδος ποδός», δηλαδή της μονάδας μέτρησης που χρησιμοποιήθηκε στην Καλαυρεία. Θα συγκεντρωθούν επιπλέον δεδομένα από γειτονικές περιοχές, ειδικά από την Τροιζίνα, την Αίγινα την Κόρινθο και την Αθήνα και τα αποτελέσματα από την Καλαυρεία θα εξεταστούν έναντι αυτού του συγκριτικού υλικού. 

Σχέδιο κάτοψης του αρχαιολογικού χώρου το 2007. E. SaviniΣχέδιο κάτοψης του αρχαιολογικού χώρου το 2007. E. Savini

Κατά την διαδικασία τεκμηρίωσης της ανασκαφής και των αρχιτεκτονικών στοιχείων, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην χρήση σύγχρονων τρισδιάστατων και ψηφιακών τεχνολογιών. Έτσι για παράδειγμα, με βάση τις λεπτομερείς μετρήσεις που πάρθηκαν κατά την ανασκαφή είμαστε σε θέση να παρουσιάσουμε ένα 3D ψηφιακό υψομετρικό μοντέλο (Digital Elevation Model, DEM) του ανασκαμμένου χώρου, όπως αυτός φαίνονταν στο τέλος του 2007. 

Τρισδιάστατο ψηφιακό μοντέλο της περιοχής H. J. Pakkanen.Τρισδιάστατο ψηφιακό μοντέλο της περιοχής H. J. Pakkanen. 

Τα σημεία και οι γραμμές του μοντέλου δείχνουν το που πάρθηκαν οι περίπου 20.000 μετρήσεις με το total station, σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περιοχή. Είναι δυνατόν να προσθέσει κανείς επιπλέον λεπτομέρειες στα 3D μοντέλα επιθέτοντας πραγματικές φωτογραφίες πάνω στα DEM. Αυτό έχει γίνει για παράδειγμα το μοντέλο μίας από τις δύο νέες ανοιχτές περιοχές που ανασκάφτηκαν το 2007. 

Τρισδιάστατο ψηφιακό μοντέλο της Περιοχής Ι με ορθοφωτογραφία να καλύπτει τις αρχαιολογικές δομές. E.Savini.Τρισδιάστατο ψηφιακό μοντέλο της Περιοχής Ι με ορθοφωτογραφία να καλύπτει τις αρχαιολογικές δομές. E.Savini. 

Με σκοπό να μελετηθεί η ανάπτυξη του ιερού στο χώρο, θα δημιουργηθεί ένα τρισδιάστατο ψηφιακό μοντέλο των διάφορων φάσεων αρχιτεκτονικής του εξέλιξης. Το μοντέλο αυτό θα χρησιμοποιηθεί επίσης για να δείξει πώς το ιερό αποτελούσε ένα αναπόσπαστο κομμάτι του δομημένου χώρου της αρχαίας Καλαυρείας. Επίσης θα συμβάλει στη διερεύνηση και εξήγηση του τρόπου με τον οποίο το ιερό διαμόρφωσε το περιβάλλον του και όριζε τους λατρευτικούς χώρους σε σχέση με τα διάφορα κτίριά του. Το μοντέλο θα παίξει κεντρικό ρόλο στην μετάδοση πληροφοριών στο ευρύτερο κοινό και ειδικά στους επισκέπτες του χώρου και του Μουσείου του Πόρου. Οι οπτικές πληροφορίες που θα παραχθούν θα συμβάλουν σημαντικά στην βελτίωση της εμπειρίας που αποκομίζουν οι επισκέπτες από τον αρχαιολογικό χώρο καθώς και στην κατανόηση του παρελθόντος από το κοινό.

Τα Κτήρια
Ο Ναός του Ποσειδώνα βρίσκονταν στη βόρεια άκρη του ιερού. Σήμερα σώζονται μόνο τα ορύγματα θεμελίωσης και ο τοίχος του περίβολου που περιέβαλε το κτήριο του ναού. Όλοι σχεδόν οι δόμοι έχουν ξαναχρησιμοποιηθεί σε άλλα κτήρια στον Πόρο και αλλού (ο Άγγλος ταξιδιώτης του 18ου αιώνα Richard Chandler αναφέρει ότι οι δόμοι χρησιμοποιούνταν στις μέρες του για την ανέγερση του μοναστηριού στην Ύδρα). Βασιζόμενοι στα αρχαιολογικά στοιχεία που είχαν στην διάθεσή τους οι Wide και Kjellberg ήταν σε θέση να ορίσουν αξιόπιστα τις συνολικές διαστάσεις του ναού ως 14.5 επί 27 μέτρα: πρόκειται για ένα σχετικά μικρό περίπτερο ναό (που περιβάλλονταν δηλαδή με κίονες) με τους τυπικούς έξι κίονες μπροστά και δώδεκα στις μακριές του πλευρές. 

Κάτοψη του ναού και του περιβόλου του (λεπτομέρεια του Wide & Kjellberg 1895, pl. 7).Κάτοψη του ναού και του περιβόλου του (λεπτομέρεια του Wide & Kjellberg 1895, pl. 7). 

 Η πιο πιθανή χρονολόγηση του ναού είναι προς το τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. 

Αναπαράσταση του εξωτερικού δωρικού ρυθμού του Κτηρίου Α (Welter 1941, pl. 37d).Αναπαράσταση του εξωτερικού δωρικού ρυθμού του Κτηρίου Α (Welter 1941, pl. 37d). 

 

 

 

 

 

 

Το Κτήριο Α είναι μια σχετικά καλά διατηρημένη στοά: Το μεγαλύτερο τμήμα του στυλοβάτη της, μήκους 30 μέτρων, ο οποίος αρχικά στήριζε μία σειρά Δωρικών κιόνων, βρίσκεται ακόμη στη θέση του, καθώς και οι δύο πρώτες σειρές δόμων των πλαϊνών και πίσω τοίχων. Οι τέσσερις λίθοι πάνω στους οποίους στηρίζονταν οι εσωτερικοί Ιονικοί κίονες σώζονται επίσης. Οι κίονες είχαν κατασκευαστεί από μαλακό ασβεστόλιθο που είναι εύκολο να σκαλιστεί, αλλά για τα υπόλοιπα τμήματα που σώζονται σήμερα είχε επιλεχθεί ο πιο σκληρός γκρίζος ασβεστόλιθος και ανδεσίτης. Τα ανώτερα τμήματα των τοίχων θα είχαν πολύ πιθανά κατασκευαστεί από πλίνθους. Οι δομικοί λίθοι που αποκαλύφτηκαν κατά τις ανασκαφές του 1894 δίνουν τη δυνατότητα να αναπαραστήσουμε και να χρονολογήσουμε το κτήριο με κάποια ακρίβεια, αν και το ακριβές ύψος των κιόνων που αναφέρεται από τον Welter είναι υποθετικό. Συγκριτικό υλικό για την αρχιτεκτονική υποδηλώνει μια χρονολόγηση της κατασκευής στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ.

 

 

 

 

 

 

Το Κτήριο Β μοιάζει στην κάτοψη με την Στοά Α αλλά είναι λιγότερο καλά διατηρημένο. Τμήματα των πλαϊνών και πίσω τοίχων βρίσκονται ακόμη κατά χώραν αλλά δεν σώζεται τίποτα από την πρόσοψη του κτηρίου. Με βάση την τεχνική δόμησης, ο Welter χρονολογεί το κτίριο στον 4ο αιώνα αλλά η πιο ακριβής του χρονολόγηση γύρω στο 370 π.Χ. βασίζεται μόνο στην προσωπική του άποψη για την χρονική ακολουθία των κτηρίων του ναού και γι αυτό το λόγο δεν θα πρέπει να την δεχόμαστε χωρίς περεταίρω μελέτη. 

Σε πρώτο πλανο το Κτήριο Β και πίσω του το Κτήριο Α.Σε πρώτο πλανο το Κτήριο Β και πίσω του το Κτήριο Α.

Οι ανασκαφές στο Κτήριο C απέδωσαν αρκετά ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά μέλη, που περιλαμβάνουν ένα κιονόκρανο και μία βάση από τους εσωτερικούς Ιονικούς κίονες. Ο πυρήνας της θεμελίωσης και των τοίχων κατασκευάστηκαν από μαλακό ασβεστόλιθο που προστατεύονταν από τη διάβρωση με στρώσεις σκληρότερου γκρίζου ασβεστόλιθου. Με ένα μήκος περίπου 33 μέτρων το κτήριο είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από τις στοές Α και Β. Ένα θραύσμα κιονόκρανου κι ένα γείσο, και τα δύο δυστυχώς χαμένα σήμερα, είχαν αποδοθεί σ’ αυτή τη στοά και δείχνουν, όπως ήταν αναμενόμενο, ότι το εξωτερικό του κτηρίου ήταν Δωρικού τύπου. Η Στοά C χρονολογείται καλύτερα προς το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. και οι νέες ανασκαφές έχουν δείξει ότι τα Κτήρια C, D και Ε αποτελούν πιθανόν μέρος του ίδιου «οικοδομικού προγράμματος». 

Το Κτήριο C από τα βορειοανατολικά. B. Wells.Το Κτήριο C από τα βορειοανατολικά. B. Wells. 

Το Κτήριο D είχε από τα τέλη του 19ου αιώνα ερμηνευτεί ως στοά με βοηθητικά δωμάτια στο πίσω μέρος της. Ωστόσο, κανένα αρχιτεκτονικό μέλος δεν μπορούσε να αποδοθεί σ’ αυτή τη στοά από τον Wide και τον Kjellberg ή από τον Welter. Επίσης μία προσεκτική μελέτη των σωζόμενων τοίχων στην βόρεια πλευρά του κτηρίου έχει δείξει ότι αυτοί ερμηνεύονται καλύτερα ως αναλημματικοί τοίχοι παρά ως τοίχοι της στοάς. Επομένως, η στοά που είχαν υποθέσει οι παλιότεροι μελετητές στα βόρεια του Κτηρίου D εξαφανίζεται τελείως. Οι παλιότερες έρευνες είχαν αναγνωρίσει μία λατρευτική λειτουργία στο κτήριο, με έναν βωμό στην ανατολική του ανοιχτή αυλή και με επιχώσεις που σχετίζονται με εστίαση. Το κτήριο επανεξετάστηκε το 2007, ως μέρος του νέου ερευνητικού προγράμματος, ως ένα πρώτο βήμα για την δημιουργία ενός τρισδιάστατου μοντέλου ολόκληρου του Ιερού. 

 Το Κτήριο D από τα βόρεια. Τρισδιάστατη καταγραφή και παρουσίαση των παρόντων αρχαιολογικών καταλοίπων. J. Pakkanen.Το Κτήριο D από τα βόρεια. Τρισδιάστατη καταγραφή και παρουσίαση των παρόντων αρχαιολογικών καταλοίπων. J. Pakkanen.

Το μοντέλο των σωζόμενων υπολειμμάτων θα ενσωματωθεί στην ψηφιακή αναπαράσταση του κτηρίου. Άλλα κτήρια μέσα στον αρχαιολογικό χώρο περιλαμβάνουν το κτήριο της πύλης (Κτήριο Ε) και μια στοά σε σχήμα Π (Κτήριο F). Το Κτήριο G έχει ερμηνευτεί ως ηρώον αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα αστικό σπίτι˙ προς το παρόν βρίσκεται έξω από τα περιφραγμένα όρια του αρχαιολογικού χώρου.

JP


Fatal error: Allowed memory size of 16777216 bytes exhausted (tried to allocate 131072 bytes) in /home/userA/a0913200/public_html/kalaureia.org/includes/common.inc on line 1884